Μνήμη και λήθη

«Εγώ γι’ αυτό ζω, για να πω αυτή την ιστορία»

(Γ.Φωκούλης)

Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι εκτοπισθέντες στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας έμειναν μεταπολεμικά αόρατοι. Έγιναν συχνά δεκτοί με αδιαφορία ή καχυποψία και η ιστορία τους άργησε να ενσωματωθεί στην μνήμη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου.

Στη μεταπολεμική Ελλάδα οι όμηροι στιγματίστηκαν ως αριστεροί και η ιστορία τους πέρασε στη λήθη.

Υπήρχαν όμως στιγμές της εθνικής ή διεθνούς πολιτικής συγκυρίας που ευνόησαν την ανάδυση μιας εναλλακτικής μνήμης που συμπεριλάμβανε και την καταναγκαστική εργασία:

  • Η υπογραφή της ελληνογερμανικής σύμβασης για τις αποζημιώσεις των θυμάτων Ναζισμού (1960/1961)
  • Η επίσημη αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης από την κυβέρνηση Παπανδρέου (1982)
  • Η αναγνώριση από τη Γερμανία της καταναγκαστικής εργασίας ως εγκλήματος πολέμου (2000)

Ωστόσο η ιστορία των ομήρων παρέμεινε στη σκιά. Μόλις τις τελευταίες δεκαετίες άρχισαν να κυκλοφορούν ευρύτερα οι μαρτυρίες τους.

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, ο Βόλος τιμά επίσημα τα θύματα του Ναζισμού, συμπεριλαμβάνοντας και τους εργάτες καταναγκαστικής εργασίας. Ο Ταχυδρόμος δημοσιεύει από τις 8 έως τις 18 Απριλίου 1965 αφιέρωμα με αφηγήσεις ομήρων για τα γερμανικά στρατόπεδα. ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, 16 Απριλίου 1965
Στις 8 Απριλίου 1965, στον κεντρικό ναό του Αγίου Νικολάου, με παρουσία όλων των τοπικών αρχών και χοροστατούντος του Μητροπολίτη Δαμασκηνού, επιζώντος του Νταχάου, ο Βόλος υποδέχεται την τέφρα των συμπολιτών, Εβραίων και Χριστιανών, που άφησαν την τελευταία τους πνοή στα γερμανικά στρατόπεδα. Κεντρικός ομιλητής είναι ο Λάμπρος Μπάνης, πρόεδρος του Συνδέσμου Ομήρων Μαγνησίας. ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, 9 Απριλίου 1965

Απόσπασμα αίτησης Α.Κουτρουλή για αποζημίωση, 9 Οκτωβρίου 1961

«[...] ούσα εκ του αμάχου πληθυσμού και μη μετασχούσα εις ένοπλον αντίστασιν ή εις συγκεκριμένας θετικάς πράξεις αντιστάσεως κατά των Γερμανικών στρατευμάτων, συνελήφθην […] εν Βόλω, ως όμηρος, […] και ενεκλείσθην ομού μετ’ άλλων Ελλήνων εκ του αμάχου πληθυσμού, εις τας εν Βόλω Γερμανικάς φυλακάς […] και την 1 Σεπτεμβρίου 1944 ήχθην υπό τούτων [… ] εις τα εν Γερμανία στρατόπεδα (Ραβενσμπρίκ, με αριθμόν 67235, Δρέσδης, Πίρναο) […]». Γ.Α.Κ. Μαγνησίας, Αρχείο Πρωτοδικείου Βόλου, Αποφάσεις Ναζισμού, αρ. 271/31-1-1962

Απόσπασμα αίτησης Α. της Κουτρουλή για αναγνώριση της συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση, 31 Αυγούστου 1987

«Αρχικά οργανώθηκα στο ΕΕΑΜ [Εργατικό ΕΑΜ] του εργοστασίου Κλωστοϋφαντουργίας Α/φών Παπαγεωργίου από την 10-3-1942 –ως εργαζόμενη που ήμουν στην επιχείρηση- καθώς και στο ΕΑΜ της συνοικίας Παλαιστίνης -περιοχή Εργατικού Κέντρου Βόλου- και στη συνέχεια με την ίδρυση της ΕΠΟΝ προσεχώρησα και έγινα μέλος της και αργότερα στέλεχος του εργοστασίου και του κλάδου υφαντουργείων Βόλου. Πήρα μέρος σε όλες τις εκδηλώσεις της οργάνωσης, διαμαρτυρίες-συλλαλητήρια που είχαν σχέση με την επιβίωση του λαού και την εθνική μας απελευθέρωση […] Λόγω δε της δραστηριότητας που επέδειξα συνελήφθηκα στις 6 Αυγούστου 1944 και μεταφέρθηκα με άλλους στη Γερμανία ως όμηρος και παρέμεινα ως τον Αύγουστο του 1945 που επέστρεψα στο Βόλο, εις αθλία κατάσταση.» Γ.Α.Κ. Μαγνησίας, Αρχείο Επιτροπής Κρίσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης 1941-44, Φάκ.138 (υποφακ. 11)
Η πολιτική συγκυρία καθορίζει τη γλώσσα και τα θεμιτά πλαίσια της μνήμης μέσα από τα οποία μπορούν να εκφράζονται δημόσια οι επιζώντες όμηροι. Γλαφυρό παράδειγμα οι δύο αιτήσεις της Αφροδίτης Κουτρουλή.