Εξουσία και καταναγκαστική εργασία
Ες Ες, φρουροί και Κάπο
Οι διοικητές των στρατοπέδων και οι φρουροί ήταν Ες Ες. Υπάγονταν στον αρχηγό των Ες Ες, Χάινριχ Χίμλερ. Η νεκροκεφαλή στο καπέλο τους συμβόλιζε την αχαλίνωτη βία που ασκούσαν πάνω στους κρατούμενους.
Αργότερα, με την αποστολή των Ες Ες στο μέτωπο, τη θέση τους πήραν στρατιώτες της Βέρμαχτ, ανάπηροι ή ηλικιωμένοι.
Υπήρχε όμως μια παράλληλη δομή εξουσίας που την ασκούσαν οι ίδιοι οι κρατούμενοι: οι λεγόμενοι Κάπο. Διορίζονταν από τους Ες Ες ως επιστάτες εργασίας, αρχηγοί παράγκας, θαλαμάρχες, νοσοκόμοι, γραμματείς.
Γενικά, οι Κάπο, ήταν ιδιαίτερα μισητοί στους κρατούμενους καθώς συχνά, πολλοί από αυτούς φέρονταν βάναυσα. Άλλοι όμως εκμεταλλεύονταν τη θέση τους για να γλυτώσουν συγκρατούμενους από βέβαιο θάνατο ή να οργανώσουν πράξεις αντίστασης.
«Για ένα μικρό παράπτωμα εδέχθη 200 βουρδουλιές. Αιμόφυρτος από το μαρτύριο αυτό, δεν άντεξε και έπειτα από λίγες ώρες εξέπνευσε». Αφήγηση Σταύρου Τζουμέρτη για το θάνατο του συγκρατούμενού του Κώστα Τσαρδάκα από Αλμυρό. (Ταχυδρόμος,13.04.1965)
Καταναγκαστική εργασία
Οι κρατούμενοι αναγκάζονταν να δουλεύουν ατέλειωτες ώρες, μονίμως πεινασμένοι και απροστάτευτοι από το κρύο, χωρίς πληρωμή, υπό το φόβο των φρουρών.
Στην τελευταία φάση του πολέμου, οι αιχμάλωτοι ξένοι εργάτες μετακινούνταν συχνά σε διάφορα υποστρατόπεδα, εργοτάξια ή βιομηχανικά εργοστάσια. Γυναίκες και άντρες διέμεναν σε ξεχωριστά παραπήγματα. Υποχρεώνονταν να συμμετέχουν σε τάγματα εργασίας, ανάλογα με τις ανάγκες της γερμανικής οικονομίας: οχυρωματικά έργα, πολεμικές βιομηχανίες, ορυχεία, δημοτικά έργα, ιδιωτικές επιχειρήσεις και στη γεωργία.
«Αυτές ήταν οι δουλειές μας»
Ο Θεόδωρος Αγιώτης, μετά την καταγραφή στο Μόοσμπουργκ μεταφέρθηκε, μαζί με άλλους Έλληνες στην πόλη Άουξμπουργκ, στο τάγμα εργασίας 3953, το οποίο στεγαζόταν σε παλιό δημοτικό σχολείο. Όπως εξηγεί, η δωρεάν δουλειά των αιχμαλώτων ήταν περιζήτητη…

Δουλεύοντας για την A.E.G.
Θάβοντας νεκρούς
Μετά από κάθε συμμαχικό βομβαρδισμό, οι όμηροι εργάτες επιφορτίζονταν να ανασύρουν και να θάψουν τους νεκρούς, όπως δραματικά αφηγείται ο Παρίσης Μαλιοκάπης.
